The representative of Peza
Γηγενής ποικιλία της Κρήτης και 2η πιο πολυφυτεμένη στο νησί με περί τα 12.000 στρέμματα αμπελώνων, το Κοτσιφάλι έχει ιδιαίτερη σημασία στους ερυθρούς οίνους του νομού Ηρακλείου.
Αυτό το παραγωγικό και ανθεκτικό κλήμα, με τα μέτρια τσαμπιά και τα λεπτόφλουδα ερυθρά σταφύλια, αποτελεί μαζί με το Λιάτικο (1η ποικιλία σε φυτεύσεις) την ραχοκοκκαλιά της παραγωγής στην κεντρική και ανατολική Κρήτη. Μάλλον για τον ίδιο λόγο δεν φιγουράρει συχνά στο "πάνω ράφι" των κρητικών ερυθρών κρασιών, όπου πιο συχνά βρίσκουμε το Λιάτικο και διάφορα blend τοπικών και γαλλικών ποικιλιών. Αποτελεί τον πρωταγωνιστή στα χαρμάνια των ΠΟΠ Αρχάνες, Χάνδακας και Πεζά όπου και εμφανίζει την μεγαλύτερη τυπικότητά του, μιας και αποτελεί το 75% του αντίστοιχου ερυθρού οίνου, με το υπόλοιπο να ανήκει στο Μαντηλάρι (βλ. Μανδηλαριά).
Σε ερυθρές οινοποιήσεις, εμφανίζει ελαφρύ και ασταθές χρώμα (με την πάροδο του χρόνου), συχνά υψηλό αλκόολ και πολύ απαλές τανίνες. Αυτό δικαιολογεί και την χρήση του πολύ σκουρόχρωμου Μαντηλαριού ως "ενισχυτικό" παρτενέρ της ποικιλίας. Στη μύτη, εμφανίζεται δυναμικό, με κόκκινα φρούτα, βότανα και μπαχαρικά να απαρτίζουν την αρωματική του παλέτα.
Σπάνια θα το συναντήσουμε ως μονοποικιλιακό κρασί, αλλά σε τέτοιου είδους ετικέτες μας έχει εκπλήξει ευχάριστα με την ποιότητα και την φινετσάτη του δομή. Όχι τυχαία, μερικές από αυτές τις ετικέτες συγκαταλέγονται ανάμεσα στις πιο premium που έχει να επιδείξει το νησί. Η συχνότερη εκδοχή της ποικιλίας είναι καθημερινά, χυμώδη και νόστιμα, ερυθρά κρασιά, σε χαρμάνια με το Μαντηλάρι ή το Syrah, ενώ και κάποια ροζέ από την ποικιλία έχουν κάνει την εμφάνισή τους.
Με βάση την αρωματική ένταση αλλά και τον απαλό χαρακτήρα στο στόμα που εμφανίζουν τα κρασιά από Κοτσιφάλι, είναι ένα μια πολύ χρήσιμη επιλογή για συνοδεία μαγειρευτού κρέατος ή λαχανικών (πχ. Ιμάμ, Μπριάμ), ενώ θα ταιριάξει πολύ ωραία και με σκληρά, παλαιωμένα τυριά (πχ. Γραβιέρα Σπηλιάς, Αρσενικό Νάξου).
A.T.
Αυτό το παραγωγικό και ανθεκτικό κλήμα, με τα μέτρια τσαμπιά και τα λεπτόφλουδα ερυθρά σταφύλια, αποτελεί μαζί με το Λιάτικο (1η ποικιλία σε φυτεύσεις) την ραχοκοκκαλιά της παραγωγής στην κεντρική και ανατολική Κρήτη. Μάλλον για τον ίδιο λόγο δεν φιγουράρει συχνά στο "πάνω ράφι" των κρητικών ερυθρών κρασιών, όπου πιο συχνά βρίσκουμε το Λιάτικο και διάφορα blend τοπικών και γαλλικών ποικιλιών. Αποτελεί τον πρωταγωνιστή στα χαρμάνια των ΠΟΠ Αρχάνες, Χάνδακας και Πεζά όπου και εμφανίζει την μεγαλύτερη τυπικότητά του, μιας και αποτελεί το 75% του αντίστοιχου ερυθρού οίνου, με το υπόλοιπο να ανήκει στο Μαντηλάρι (βλ. Μανδηλαριά).
Σε ερυθρές οινοποιήσεις, εμφανίζει ελαφρύ και ασταθές χρώμα (με την πάροδο του χρόνου), συχνά υψηλό αλκόολ και πολύ απαλές τανίνες. Αυτό δικαιολογεί και την χρήση του πολύ σκουρόχρωμου Μαντηλαριού ως "ενισχυτικό" παρτενέρ της ποικιλίας. Στη μύτη, εμφανίζεται δυναμικό, με κόκκινα φρούτα, βότανα και μπαχαρικά να απαρτίζουν την αρωματική του παλέτα.
Σπάνια θα το συναντήσουμε ως μονοποικιλιακό κρασί, αλλά σε τέτοιου είδους ετικέτες μας έχει εκπλήξει ευχάριστα με την ποιότητα και την φινετσάτη του δομή. Όχι τυχαία, μερικές από αυτές τις ετικέτες συγκαταλέγονται ανάμεσα στις πιο premium που έχει να επιδείξει το νησί. Η συχνότερη εκδοχή της ποικιλίας είναι καθημερινά, χυμώδη και νόστιμα, ερυθρά κρασιά, σε χαρμάνια με το Μαντηλάρι ή το Syrah, ενώ και κάποια ροζέ από την ποικιλία έχουν κάνει την εμφάνισή τους.
Με βάση την αρωματική ένταση αλλά και τον απαλό χαρακτήρα στο στόμα που εμφανίζουν τα κρασιά από Κοτσιφάλι, είναι ένα μια πολύ χρήσιμη επιλογή για συνοδεία μαγειρευτού κρέατος ή λαχανικών (πχ. Ιμάμ, Μπριάμ), ενώ θα ταιριάξει πολύ ωραία και με σκληρά, παλαιωμένα τυριά (πχ. Γραβιέρα Σπηλιάς, Αρσενικό Νάξου).
A.T.